Μάνος Κοντολέων

Ένα ιστολόγιο για το Σύλλογο Νέων Ιατρών

Ένας λογοτέχνης ρίχνει φως στους χλωμούς διαδρόμους ενός νοσοκομείου

October 28th, 2013

Ομιλία στο Σύλλογο Νέων Ιατρών (27/5/2011)

 

 

Προτού ξεκινήσω να σας αφηγούμαι κάποιες σκέψεις μου σχετικές με τη λογοτεχνία και την ιατρική, κάποιες ιδέες μου που ίσως συνδέουν το γιατρό με τον συγγραφέα, δεν μπορώ παρά να σας εκφράσω την ευχαρίστησή μου για την πρόσκληση σας και ακόμα να σας πω το πόσο εκτιμώ αυτή την κίνηση –να δημιουργήσετε μια ομάδα που θα στρέφει το πρόσωπό της προς το γενικότερο κοινωνικό σύνολο.

Σε μια περίοδο που πλανάται η άποψη «όλοι οι γιατροί τα παίρνουν», εσείς θέλετε να μας κάνετε να θυμηθούμε πως αξίζει να εμπιστευόμαστε  τη νεότερη γενιά…. Ή έστω κάποιους –λίγους ή πολλούς, άσχετο- εκπρόσωπούς της.

Ελπίζω και εύχομαι μια τέτοια στάση να συνεχίζετε να κρατάτε καθώς η ηλικία και η φήμη σας θα μεγαλώνουν.

Αλλά ας έρθουμε στο θέμα της σημερινής μας συνάντησης.

Καθώς σκεφτόμουνα αυτά που σήμερα θα σας έλεγα, καθώς με άλλα λόγια προβληματιζόμουνα με ποιο τρόπο  θα μιλούσα σε ένα ακροατήριο που βασικά θα αποτελείτο από γιατρούς και μάλιστα νέους (πράγμα που σημαίνει πως κάποιοι από εσάς έχετε περάσει μέρος των παιδικών και των εφηβικών σας ημερών με δικά μου βιβλία) καθώς, λοιπόν, τα σκεφτόμουνα όλα αυτά, μου πέρασε από το νου μια ερώτηση που θα ήθελα να μου την απαντούσατε εσείς –Γιατί ένας έφηβος αποφασίζει να σπουδάσει ιατρική; Γιατί αποφασίζει να ζήσει όλη του τη ζωή με συνεχείς προσπάθειες να παρηγορήσει  τον πόνο, την δυστυχία, τον φόβο των άλλων;

Είναι η ιδιότητα του γιατρού επάγγελμα ή λειτούργημα;

Αλλά δεν είμαι εδώ για να ρωτώ εσάς κι εσείς να μου απαντάτε.

Με φωνάξατε ζητώντας να ακούστε ένα συγγραφέα να μιλά για το δικό του επάγγελμα, που στην ουσία ίσως ελάχιστα να διαφέρει από το δικό σας.

Γιατί αν ο γιατρός παρηγορεί και θεραπεύει αυτόν που πάσχει από σωματικό πόνο και αντιμετωπίζει σωματικό κίνδυνο, ο συγγραφέας είναι ταγμένος να παρηγορεί και αν όχι τόσο να θεραπεύει, σίγουρα πάντως να συμπάσχει με αυτόν που υποφέρει από πόνο ψυχής και που αντιμετωπίζει συναισθηματικό κίνδυνο.

Είναι, άραγε, όμως η ιδιότητα του λογοτέχνη – συγγραφέα επάγγελμα ή λειτούργημα;

Και αν κάποιος αποφασίζει να γίνει γιατρός κάπου εκεί γύρω στα χρόνια της εφηβείας του, και όλη του τη ζωή ως γιατρός θα την περάσει, το ίδιο συμβαίνει και με αυτόν που γίνεται συγγραφέας;

Στο ερώτημα αυτό δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη απάντηση. Άλλοι συγγραφείς γράψανε από τα χρόνια της πρώτης, πρώτης τους νιότης κι άλλο πολύ αργότερα. Άλλοι γράψανε μέχρι το τέλος της ζωής τους κι άλλοι αποσύρθηκαν αρκετά νωρίς. Άλλοι γράψανε και εκδώσανε πολλά βιβλία, άλλοι λίγα…

Υπάρχει όμως ένα κοινό σημείο ανάμεσα σε γιατρούς και συγγραφείς. Όπως έχουμε γιατρούς συνοικιακούς ή νοσοκομειακούς  από τη μια και μεγαλογιατρούς – φίρμες από την άλλη, έτσι έχουμε και συγγραφείς που λίγο απασχολούν τα ΜΜΕ και άλλους που ιδιαίτερα είναι προβεβλημμένοι.

Αλλά όπως πολύ συχνά οι ασθενείς εμπιστεύονται περισσότερο τον γιατρουδάκο της γειτονιάς τους από τον κ. καθηγητή, έτσι υπάρχουν και αναγνώστες που  προτιμούν να διαβάζουν έργα συγγραφέων που δεν φιγουράρουν σε καταλόγους ευπώλητων.

Είναι, όμως η ιδιότητα του λογοτέχνη – συγγραφέα επάγγελμα ή λειτούργημα; -επανέρχομαι στο ερώτημα.

Επάγγελμα ονομάζουμε αυτό που προσφέρουμε στο κοινωνικό σύνολο και αμειβόμαστε γι αυτήν την προσφορά μας τόσο ώστε να έχουμε έστω και κατά το ελάχιστο  ένα μισθό ικανό να μας θρέφει (αν κι αυτό στις μέρες μας τείνει να είναι αρκούντως σπάνιο)

Λειτούργημα πάλι είναι μια υπηρεσία που προσφέρει κάποιος προς χάριν του λαού ή της πολιτείας. Εδώ η αμοιβή δεν έχει και τόση σημασία. Αυτό το ‘προς χάριν’ είναι που μετράει.

Αλλά πόσο ‘προς χάριν’ μπορεί να θεωρηθεί πως προσφέρει ένα λογοτεχνικό κείμενο. Προς χάριν, σημαίνει πως κάποιος το χαίρεται, το έχει ανάγκη και το απολαμβάνει.

Έχει τόσο μεγάλη ανάγκη η κοινωνία μας το λογοτεχνικό κείμενο;

Αγαπητοί μου φίλοι – Τίποτε απ΄ όλα αυτά δεν είχα σκεφτεί όταν αποφάσιζα , στα τελευταία παιδικά μου χρόνια , να γίνω συγγραφέας.

Φαντάζομαι πως ο καθένας από εσάς θα μπορούσε από τότε που αποφάσιζε να γίνει γιατρός, να εξηγήσει τους λόγους που έπαιρνε αυτήν την απόφαση. Ακόμα κι αν αυτοί οι λόγοι αργότερα διαφοροποιήθηκαν, τροποποιήθηκαν ή και καταργήθηκαν, είχαν υπάρξει κάποια περίοδο.

Εγώ ξενυχτούσα γράφοντας για το γατάκι μου που πέθανε ή για τον γέρο μουσικό που τον κατάπινε το σκοτάδι του δρόμου, χωρίς να ξέρω γιατί το κάνω…

Τότε δεν ήξερα. Τώρα ξέρω. Ήθελα με κάποιο τρόπο να τονώσω το υπέρ-εγώ μου. Έγραφα γι αυτά που με συγκινούσανε, με τη γραφή μου τα εμπόδιζα να ξεχαστούνε και στη συνέχεια καθώς άλλοτε τα διάβαζα σε φίλους ή συγγενείς ή τα δημοσίευα στη Διάπλαση των Παίδων, έκανα τους άλλους να συγκινηθούμε –ή πίστευα πως το πετύχαινα- με τη δική μου συγκίνηση. Με άλλα λόγια απολάμβανα μια μορφή εξουσίας .

Μήπως παρόμοια εξουσία απολαμβάνει κι ένας γιατρός;

Μα ασφαλώς κι έτσι είναι –φτάνει μοναχά κάποιος να δει τους γιατρούς που ομαδικά περνούνε τα πρωινά από τους θαλάμους των νοσοκομείων και στέκονται πάνω από το κρεβάτι του κάθε ασθενούς, ρωτούν για τα συμπτώματα, τα επιβεβαιώνουν ή όχι από τον ίδιο τον ασθενή και στη συνέχεια τα σχολιάζουν μεταξύ τους αδιαφορώντας για τις ματιές αγωνίας του πάσχοντος, αλλά και των συγγενών του που αναμένουν εναγωνίως έξω από τον θάλαμο.

Παρόμοιες εξουσίες του γιατρού και του συγγραφέα –άλλης υφής, σίγουρα. Αλλά της ίδιας κυριαρχίας.

Μόνο που ένας νέος ο οποίος αποφασίζει να γίνει γιατρός, λίγο ή πολύ γνωρίζει το πως εξασκείται η εξουσία των ιατρών.

Ο νέος που αποφασίζει να γίνει συγγραφέας, είναι τόσο εγκλωβισμένος στο υπέρ – εγώ του που αγνοεί το πως το κείμενο του θα επέμβει στη ζωή ενός άλλου ανθρώπου.

Κάποτε, κάποτε μάλιστα δε θα το μάθει ακόμα κι όταν ενηλικιωθεί.

Οι περισσότεροι συγγραφείς δεν έχουν αυτή την εμπειρία –όπως οι γιατροί που πιο πριν σας περιέγραψα, έτσι κι αυτοί δεν προσέχουν την αγωνία στη ματιά του αναγνώστη τους, μπορεί και να μη θέλουν να τη συναντήσουν.

Αλλά αν έρθουν έτσι τα πράγματα και μάθουν για το πως έστω κι ένας αναγνώστης τους πιάστηκε, στηρίχτηκε από ένα έργο τους, τότε ολόκληρη η ζωή τους πια αποκτά ένα άλλο νόημα. Η αρχική εκείνη απόφασή τους να γίνουν συγγραφείς σπρωγμένοι από το υπέρ- εγώ τους, τους κάνει να ντρέπονται, ή όχι… Όχι, δεν ντρέπομαι. Χαίρομαι που τόνισα τόσο το υπέρ – εγώ μου, ώστε μπόρεσε  αυτόνομο και καθαρό να συναντήσει το υπέρ – εγώ του άλλου.

Υπάρχει μια άποψη στην ιατρική που λέει πως δεν υπάρχουν ασθένειες, αλλά ασθενείς.   Δεν είμαι εγώ αυτός που θα πει αν η άποψη αυτή είναι σωστή ή όχι. Αλλά πιστέψτε με, στη λογοτεχνία ισχύει.

Η μοναδική προσωπικότητα εκείνου που γράφει (του συγγραφέα) είναι ένα μοναδικό σημείο στο χώρο. Το βιβλίο που έγραψε ως μοναδικό κι αυτό είναι ένα άλλο σημείο στο χώρο. Και η μοναδική προσωπικότητα του εκάστοτε αναγνώστη είναι το τρίτο σημείο. Τρία σημεία ορίζουν ένα και μόνο τρίγωνο –μια μοναδική σχέση.

Θυμάμαι -πριν από έξι μήνες πάνω κάτω θα ήταν- παραμονές Χριστουγέννων και το μυθιστόρημά μου «Ανίσχυρος άγγελος» ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών.

Με είχαν φωνάξει σε μια Λέσχη Ανάγνωσης Γυμνασίου. Πέρασα κοντά δυο ώρες συζητώντας με τους έφηβους αναγνώστες των βιβλίων μου και στη συνέχεια, κάποιοι από αυτούς μου ζητήσανε να γράψω αφιερώσεις στα αντίτυπά τους. Κι όταν κι αυτό τελείωσε, τότε η υπεύθυνη καθηγήτρια μου έβαλε μπροστά μου ένα «Ανίσχυρο άγγελο» -ήταν ένα αντίτυπο που έδειχνε να το έχουν κρατήσει χέρια παθιασμένου αναγνώστη- και με παρακάλεσε να γράψω και σε αυτόν μια αφιέρωση, μου είπε ένα γυναικείο όνομα –«Αλλά μια αφιέρωση καρδιάς!» μου τόνισε- κι όταν εγώ ρώτησα ποιανού  ήταν αυτό το βιβλίο, μου είπε πως ήταν μιας μαθήτριας της που πριν από δέκα πάνω, κάτω μέρες, είχε πεθάνει, από λευχαιμία και που τις τελευταίες μέρες, καθώς βρισκότανε στο νοσοκομείο, σε όσους από τους φίλους του σχολείου την επισκεπτόντουσαν τους έδειχνε τον «Ανίσχυρο άγγελό» μου και τους ζητούσε να τον ψηφίσουν για το Βραβείο Αναγνωστών, γιατί ήταν –λέει- το αγαπημένο της βιβλίο.

Η μητέρα της άτυχης μικρής, με παρακαλούσε να γράψω μια αφιέρωση πάνω στο αντίτυπο που η κόρη της κρατούσε στα χέρια της μέχρι την τελευταία στιγμή.

Λοιπόν, χρειάζεται μήπως να σχολιάσω αυτό που έζησα; Και μήπως πιστεύετε πως μπορούσα να φανταστώ –όχι μόνο τότε που αποφάσιζα να γίνω συγγραφέας, αλλά και πολύ αργότερα, τον καιρό που έγραφα το «Ανίσχυρο άγγελο» – πως ανάμεσα σε μένα, σε βιβλίο μου και σε αναγνώστη μου θα δημιουργότανε  μια τέτοια σχέση;

Το τρίγωνο, που λίγο πιο πριν σας ανέφερα…

Ας είναι…

Μα σκέφτομαι πως όλα αυτά –λίγο ή πολύ άγνωστα σε ένα πλατύ αναγνωστικό κοινό-  μπορεί να έχουν κάποια σημασία για εσάς.

Όλοι εσείς ασχολείστε με τον άνθρωπο στην πιο ευαίσθητη στιγμή του. Τότε δηλαδή που ακόμα κι αν αυτό που τον ταλαιπωρεί δεν είναι κάτι το σοβαρό, εντούτοις εκείνος κάπου στο βάθος διακρίνει τη σκιά του θανάτου.

Αξίζει γι αυτό, λοιπόν, μαζί με τις όσο πιο ουσιαστικές και ενημερωμένες γνώσεις ιατρικής, να διαθέτετε και ικανότητες προσέγγισης των ασθενών σας.

Να μπορείτε να ακούτε, να μαντεύετε, να υποψιάζεστε…

Να κατανοείτε.

Και η λογοτεχνία θα σας βοηθήσει σε αυτήν την πλευρά της αποστολής σας.

Στο σημείο αυτό, ας μου επιτραπεί να σας συστήσω να διαβάσετε το έργο «Στα λουτρά» του κορυφαίου συγγραφέα Έρμαν Έσσε. Σε αυτό το βιογραφικό και εξομολογητικό κείμενο, ο Έσσε περιγράφει σκέψεις και συναισθήματα καθώς σε ώριμη ηλικία έχει πάει στα Ιαματικά Λουτρά του Μπάντεν για να αντιμετωπίσει προβλήματα υγείας.

Και υπάρχουν πολλά αποσπάσματα που θα σας φωτίσουν τη ψυχοσύνθεση κάποιου που βασανίζεται από μια αρρώστια, αλλά και το πως περιμένει ο ασθενής να επικοινωνήσει μαζί του ο γιατρός που έχει αναλάβει τη θεραπεία του.

Αλλά ας επιστρέψουμε στα δικά μας.

Και ας σκεφτούμε πως όπως ο ίδιος ο Έσσε στο δικό του αυτοβιογραφικό κείμενο,  έτσι και ο ήρωας ενός μυθιστορήματος καθώς ξεσκεπάζεται ολόκληρος, έτσι όπως αναλύεται από τον συγγραφέα του, καταφέρνει να μας προσφέρει γνώσεις κρυφών συναισθημάτων, υπόγειων διεργασιών της ψυχής.

Θυμάμαι, πριν από δέκα περίπου μήνες, όταν ένας τραυματισμός μου με είχε φέρει στα επείγοντα περιστατικά του νοσοκομείου Βόλου, θυμάμαι, λοιπόν, πόσο άβολα αισθανόμουνα, πόσο τρομαγμένος ήμουνα καθώς από τη μια πονούσα και δεν ήξερα τι ακριβώς μου είχε συμβεί μετά από το άγριο πέσιμό μου σε ένα γκρεμό και από την άλλη δεν υπήρχε δίπλα μου κάποιος που να τον γνωρίζω και να με γνωρίζει. Ξαφνικά από ένας άνθρωπος με επώνυμο και ένας συγγραφέας με ταυτότητα, είχα μετατραπεί σε ένα κορμί ανήμπορο, πονεμένο, ξαπλωμένο σε ένα φορείο.

Οι ώρες περνούσανε, εξετάσεις πάνω σε άλλες εξετάσεις και αυτό που φοβόμουνα έγινε. Αισθάνθηκα την ανάγκη να πάω στην τουαλέτα.

«Θέλω να ουρήσω!» είπε στη γιατρό που με είχε αναλάβει.

Ένας νοσοκόμος που επίσης με άκουσε, φρόντισε να κάνει το καθήκον του και να μου φέρει μια πάπια.

Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν είχα βρεθεί σε μια τέτοια θέση. Μπροστά σε άλλους ανθρώπους –γιατρούς, νοσοκόμους, ασθενείς- να εκτελέσω μια τόσο προσωπική πράξη!

Βέβαια, μετά από λίγες μέρες, θα άφηνα το ολόγυμνο και πάντα ανήμπορο σώμα μου στις φροντίδες των αποκλειστικών νοσοκόμων και  θα οίκτιρα αυτό το κορμί που από φορέας ηδονών ζωής είχε μετατραπεί σε αντικείμενο που κάποιος πρέπει κάθε μέρα να το καθαρίζει. Αλλά μετά από λίγες μέρες θα είχα αποκτήσει εκείνη την εμπειρία.

Τότε, μέσα στην αίθουσα των έκτακτων περιστατικών, κρατούσα ακόμα τις συνήθεις και τις αναστολές ενός υγιούς ανθρώπου και επώνυμου μέλους της κοινωνίας μας.

Αδύνατον, λοιπόν, να χρησιμοποιήσω την πάπια.

«Θέλω να πάω στην τουαλέτα» –είπα και ο νοσοκόμος ξαφνιάστηκε. «Μα δεν μπορεί… Πονάει!» γύρισε και είπε στη γιατρό. Κι εκείνη, τότε, με κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια και είπε – «Αφού ο κύριος Κοντολέων, θέλει να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα, ας του κάνουμε το χατίρι και ας τον πάμε.»

Ξαφνικά είχα πάψει –έστω και για έναν άνθρωπο- να είμαι ένας σώμα κτυπημένο και είχα και πάλι το επώνυμό μου. Κι ακόμα μου δόθηκε η ευκαιρία να περιφρουρήσω την αξιοπρέπειά μου, μιας και δεν ήμουνα ακόμα έτοιμος να την αναθέσω στα χέρια άλλων.

Έχουν περάσει από τότε, πολλοί μήνες. Ποτέ  δε θα ξεχάσω τους πόνους των πρώτων ημερών. Την απόλυτη αδυναμία εκτέλεσης της πιο απλής κίνησης. Κι όμως εκείνη την ώρα σηκώθηκα από το φορείο, στάθηκα μόνος μου μπροστά στη λεκάνη και ούρησα.

Η γιατρός –χειρούργος στο νοσοκομείου Βόλου- τις επόμενες μέρες μου εκμυστηρεύτηκε πως διάβαζε λογοτεχνία.

Ίσως –ίσως, λέω και έτσι θέλω να το πιστεύω- γι αυτό να μπόρεσε να κατανοήσει ποια δύναμη μπορεί να έκρυβε ένα σώμα που ακόμα δεν είχε παραδεχτεί τον εξευτελισμό του πόνου. Μπορεί σε κάποιο μυθιστόρημα του Έσσε, για παράδειγμα, να είχε συναντήσει παρόμοιους προβληματισμούς και αναστολές ενός ασθενούς.

Αγαπητοί μου…

Ζητήσατε να ακούσετε ένα συγγραφέα… Όχι, δεν ζητήσατε απλώς και μόνο να σας μιλήσει ένας συγγραφέας. Ζητήσατε από εμένα να σας κρατήσω συντροφιά αυτό το απόγευμα. Κι αφού ζητήσατε από εμένα κι όχι από κάποιον άλλον συγγραφέα –ίσως πιο καλό ή πιο γνωστό, ίσως όμως και όχι και πολύ σημαντικό και σίγουρο σχεδόν άγνωστο- σημαίνει πως μάλλον περιμένετε πολύ συγκεκριμένα  πράγματα να ακούστε. Αυτά που έχουν να κάνουν με το συγγραφικό μου προφίλ.

Λοιπόν, αυτό που με χαρακτηρίζει συγγραφικά είναι το ότι γράφω βιβλία που άλλοτε εκδίδονται κάτω από τη σκέπη σειρών της Παιδικής Λογοτεχνίας, άλλοτε λανσάρονται ως για νεαρούς ενήλικες αναγνώστες κι άλλοτε πλασάρονται ως σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Ένας συγγραφέας με τρία πρόσωπα κι ίσως μάλιστα ο μόνος έλληνας συγγραφέας με μια τέτοια ικανότητα –αυτό η είναι το συγγραφικό μου αποτύπωμα.

Ανοησίες! Τι τρία πρόσωπα και άλλες τέτοιες αηδίες. Ένας είμαι και ο ίδιος πάντα κι όταν έγραφα τον «Αδελφό της Ασπασίας» και όταν έγραφα το «Γεύση πικραμύγδαλου» κι όταν ξενυχτούσα πάνω από την «Ερωτική Αγωγή».

Ξέρω πως υπάρχουν πολλές ειδικότητες γιατρών και από μέρα σε μέρα κι όλο και νέες δημιουργούνται, όλο και περισσότερες είναι οι εξειδικεύσεις που ανοίγονται μπροστά σας.

Αλλά εγώ όταν σκέφτομαι τη λέξη και το περιεχόμενο της λέξης γιατρός, κυρίως έχω στο νου και στην καρδιά μου ένα και μόνο γιατρό –αυτόν που του τηλεφωνώ κι όταν ο πυρετός δεν πέφτει κι όταν η αϋπνία με ταλανίζει κι όταν ο πόνος κάπου στο στήθος με τρομάζει. Ο γιατρός που τον αισθάνομαι πιο κοντά μου, ο οικογενειακός γιατρός –μάλλον την ειδικότητα του παθολόγου θα πρέπει να έχει.

Ε, λοιπόν, παθολόγος – συγγραφέας είμαι κι εγώ.

Αν θέλετε –ή αν απαιτείται- να ζητήσετε τη γνώμη του ογκολόγου του Αγίου Σάββα, τότε αναζητείστε μυθιστόρημα γραμμένο από τον Τολστόι ή τον Κούντερα ή τον Τσίρκα. Αν θέλετε – ή αν απαιτείται- να σας δει καρδιοχειρουργός του Ωνάσειου, τότε αφεθείτε στη δυναμική της γραφίδας του Προυστ ή του Ροθ ή του Παπαδιαμάντη.

Τα δικά μου βιβλία, θα τα διαβάσετε –άλλοτε με τον αυθορμητισμό ενός παιδιού, άλλοτε με την αμφιβολία ενός έφηβου κι άλλοτε με την υπεροψία του ενήλικου- σε στιγμές ή σε καταστάσεις ψυχικής διάθεσης τέτοιας, που στις αντίστοιχες σωματικού πόνου θα αναζητούσατε τη συμβουλή του οικογενειακού γιατρού σας, αυτού που το τηλέφωνό του το αντιγράφετε από τα πρώτα κάθε φορά που αλλάζετε ατζέντα ή κινητό.

Όπως, λοιπόν, αυτός ο γιατρός ο οικογενειακός ξέρει να φροντίζει και να γιατροπορεύει άλλοτε τον μικρούλη της οικογένειας κι άλλοτε τον παππού του, άλλοτε γράφει τα φάρμακα για τα νεύρα της μαμάς κι άλλοτε δίνει μια συνταγή για τους πόνους της μέσης του πατέρα, έτσι κι εγώ άλλοτε συνομιλώ με μικρούς που με διαβάζουν μασουλώντας μπισκότα σοκολάτας, άλλοτε με νεαρούς που κατάφερα να τους βγάλω τα ακουστικά του mp3 από τα αυτιά τους κι άλλοτε με συνομηλίκους μου πάνω, κάτω που σαν κι εμένα κι αυτοί αναζητούν τον τρόπο να ξορκίσουν το γήρας και να κρατήσουν ζωντανή την ερωτική ματιά τους.

Πολλοί και ποικίλοι οι αναγνώστες μου. Πολλά και διαφορετικά δείχνουν να είναι τα βιβλία μου. Αλλά ο συγγραφέας ένας και μόνο είναι –εγώ.

Και δεν ξέρω –αν θέλετε μπορεί ο καθένας από εσάς να μου το εκμυστηρευθεί και στη συνέχεια εγώ ίσως πάνω στο μυστικό κάποιου να στηρίξω ένα παραμύθι, ένα διήγημα ή ένα μυθιστόρημα- πάντως δεν ξέρω γιατί ο καθένας από εσάς αποφάσιζε να γίνει γιατρός, μήτε πότε πήρε μια τέτοια απόφαση. Ξέρω όμως πως εγώ δε γινότανε παρά μόνο συγγραφέας να γινόμουνα… Ναι, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα το ίδιο συνέβαινε. Οι ζωές των άλλων γινόντουσαν χάρτες που πάνω τους εγώ σχεδίαζα ταξίδια, γινόντουσαν παλιές σοφίτες με μυστικά κλεισμένα σε σεντούκια, πεδιάδες και βουνά να ξεκουράζεται η όρασή μου, γινόντουσαν μάσκες που θεωρούσα πως είχα το δικαίωμα να απλώσω το χέρι μου, να τις πιάσω , να τις βάλω μπροστά στο δικό μου πρόσωπο και έτσι να ζήσω τις ζωές τους.

Οι ζωές των άλλων να γίνουν δικές μου –μια διέξοδος που αν θες τη λες προσφορά, αλλά αν θες τη λες και δειλία.

Κράτησα την προσφορά και έτσι σας την παρουσιάζω… Αλλά, δυο λεπτά ακόμα, πρέπει με μια ακόμα εξομολόγηση να τελειώσω –

Λοιπόν, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντα το ίδιο συνέβαινε… Τη ζωή μου ήθελα να την κάνω πολύτιμη για τους άλλους. Πάνω στο χάρτη των συναισθημάτων μου να σχεδιάζουν οι άλλοι δικά τους ταξίδια, με τα δικά μου πάθη να ξενυχτάνε, σε κοιλάδες και ακρογιαλιές που μάτωσα ή ερωτεύθηκα να ματώνουν και να ερωτεύονται οι άλλοι, να φτιάχνω αντίγραφα των σπασμών της δικής μου ζωής και εσείς να πείθεστε –να σας έχω εγώ πείσει- να τα χρησιμοποιείτε ως δικές σας εμπειρίες.

Τίποτε από εμένα δε φαίνεται- είναι τόσο υπέροχο να κινείσαι ανάμεσά στους άλλους και κανείς να μην έχει την ίδια εικόνα για σένα με τον άλλον.

Πέρυσι το καλοκαίρι, στο νοσοκομείο του Βόλου πρώτα, αργότερα στο Υγεία, καθώς η πόρτα του δωματίου έκλεινε πίσω από την πλάτη του γιατρού που είχα επιτακτικά και αγωνιωδώς ζητήσει να μου αλλάξει τις γάζες του τραύματος που με πονούσε, εγώ ανακουφισμένος έγερνε το κεφάλι και φαντασιωνόμουνα το επόμενο μυθιστόρημά μου. Σε αυτό, τούτο τον γιατρό πώς να τον χρησιμοποιούσα –ως κάποιον που του πήρα τη μάσκα του ή ως κάποιον που του έδωσα μια δική μου;

Ο ηγέτης και ο υπήκοος. Στην πολιτική είναι δυο πόλοι που ποτέ δε θα συνυπάρξουν στην ίδια την πλευρά.

Ο γιατρός και ο συγγραφέας, ο συγγραφέας και ο γιατρός.

Εδώ άλλοτε είναι ο ένας που μας χαρίζει τη ζωή κι άλλοτε ο άλλος που μας προετοιμάζει για τον θάνατο.

Ρόλοι εναλλασσόμενοι, κοινοί… Επιλογές δικές σας και δικές μου.

Your email address will not be published. Required fields are marked *

*

Μάνος Κοντολέων

Ένα ιστολόγιο για το Σύλλογο Νέων Ιατρών